ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΑΓΙΑΣΚΑ…

Όταν βλέπω θάλασσα είσαι ο πρώτος που μου έρχεται στο νου… Τη λάτρευες! Έμπαινες με τη βάρκα σου στα ανοιχτά και θαρρείς ότι μπορούσες να κάτσεις εκεί για πάντα και να ψαρεύεις! Δεν το ‘κανες για την ψαριά. Το ‘κανες για το ψάρεμα. Η διαδικασία να φτιάξεις τα δολώματα, να λύσεις τη βάρκα, να βάλεις μπρος τη μηχανή και να ξεκινήσεις. Σε τρέλαινε το πώς έκανε το ψαράκι όταν τσιμπούσε στο αγκίστρι. Ήταν η δεύτερη φύση σου. Θυμάμαι, που όταν το καλοκαίρι κατεβαίναμε στο χωριό κι έκανα βόλτα στο λιμάνι, έψαχνα εναγωνίως τη βαρκούλα σου ανάμεσα στις άλλες. Ήταν η πιο μικρή και απλή απ’ όλες, άλλα ήταν η βάρκα του παππού μου! Η «ΠΑΝΑΓΙΑ» του.

Σε θυμάμαι πάνω στο τρακτέρ σου, στο Ζέτορα, όπως τον έλεγες περιπαιχτικά. Είχα μάθει να ξεχωρίζω τον ήχο του από όλα τα τρακτέρ: » Ήρθε-ήρθε ο παππούς!» Και τις ιστορίες σου θυμάμαι. Μία προς μία. Όλες αυτές που τις επαναλάμβανες από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Εσύ δε θυμόσουν αν την είχες ξαναπεί ή μπορεί και ναι… Τότε, απλά, δεν ήθελα να σε διακόπτω. Ήθελα να ξανακούσω την ιστορία για το πώς όταν σε ένα διαγώνισμα που δεν πίστεψες στις δυνάμεις σου και αντέγραψες το λάθος από το «γιο του δασκάλου» , σβήνοντας το σωστό που είχες γράψει, έχασες μια ευκαιρία να «πηδήξεις» τάξη. Για τη φοιτητική ζωή σου στη Αθήνα του ’50! Για την εμπειρία της ζωής σου. Τα αινίγματα και τα τσιτάτα που είχες διαβάσει σε κάποιον Καζαμία και το τραγούδι σου : » Θα το δώσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι, να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς» και μια-μια οι χάντρες του δικού σου κομπολογιού αφήνονταν απαλά από τα δάχτυλα σου για να κάνουν το χαρακτηριστικό θόρυβο προσκρούοντας στις άλλες. Θυμάμαι το χαμόγελο σου όταν ερχόμασταν για διακοπές και μπαίναμε στο σπίτι. Ένα τόσο γλυκό χαμόγελο. Και έλεγες πάντα τραγουδιστά : » Καλώς τα!

Ήσουν η ήρεμη δύναμη της οικογένειας. Αν και τα τελευταία χρόνια δε μιλούσες πολύ, είχε κάτι το βλέμμα σου, η στάση σου, η αύρα σου που έκανε ηχηρή την παρουσία σου. Ήσουν και ο εξισορροπιστής… Μια απλή κουβέντα σου αρκούσε για να μπουν όλα σε τάξη. Ήταν μαγικό το πώς όλοι σε σέβονταν. Όταν έλεγα με καμάρι ότι είμαι η εγγονή του «Σταύρου του πρώην γραμματικού» , όλοι είχαν να μου πουν μια ιστορία για σένα. Για μια καλή παρέα που είχατε κάνει πίνοντας κρασί ή μια βοήθεια που τους είχες προσφέρει. Γιατί ήσουν άνθρωπος της παρέας, ποτέ δεν σε είχα ακούσει να κουτσομπολεύεις ή να κακολογείς κάποιον. Αν με ρωτούσαν από τι πάστα είναι φτιαγμένος ένας Αρχοντάνθρωπος, θα ‘λεγα με βεβαιότητα τη δική σου.

Ο περασμένος Οκτώβρης, υποθέτω, ήταν ο πιο δύσκολος της ζωής σου. Απότομα, άρχισαν να σε πιάνουν ανυπόφορες δύσπνοιες. Μπήκες στο νοσοκομείο. Εξετάσεις και ξανά εξετάσεις… Κι ύστερα έχασες τη φωνή σου. Κανείς δεν ανησύχησε. Συμβαίνει καμια φορά στους μεγάλους ανθρώπους, είπαν οι γιατροί, θα επανέλθει. Κι όλοι εμείς ήμασταν καθησυχαστικοί: Σταύρο, είσαι πολύ φοβιτσιάρης! Το είπε ο γιατρός δεν είναι κάτι ανησυχητικό. Εσύ επέμενες: τούτο δεν είναι καλό πράγμα! Και δεν ήταν! Δυο μήνες μετά, ενώ εσύ γινόσουν μέρα με τη μέρα χειρότερα και οι γιατροί του τοπικού νοσοκομείου δεν έβρισκαν κάτι «ανησυχητικό», αποφασίσαμε να κάνεις επιπλέον εξετάσεις. Η διάγνωση: αδενοκαρκίνωμα του πνεύμονα, μια μορφή που «πιάνει» κυρίως μη καπνίζοντες και γυναίκες. Αυτό ήταν το μη ανησυχητικό!

Δε σου είπαμε ποτέ τι είχες. Μεταφέρθηκες στο «ΣΩΤΗΡΙΑ». Θυμάμαι τη μέρα που ήρθες από το χωριό και σε επισκεφτήκαμε στο δωμάτιο του νοσοκομείου πώς με ζήτησες. Πάσχιζες να μιλήσεις. Η ευχή σου ήταν: «Στη ζωή σου και στην επιστήμη σου να είσαι τζίνι! Μην αφήσεις κανέναν να σου στερήσει αυτό που θες!» Αυτό ήταν… Μετά από εκείνη τη μέρα, ελάχιστα μίλησες ξανά. Μόνο μια φορά, όταν μες την απελπισία του νοσοκομείου, σε ρώτησε ο μπαμπάς: «Σταύρο αν σου έλεγα να πάμε για ψάρεμα, θα ‘ρχοσουν; » , το πρόσωπο σου έλαμψε και έγνεψες ένα παθιασμένο «ναι!» . Ένα μήνα μετά » έσβησες», αρκετά γαλήνια! Πριν προλάβει η ασθένεια να σε «φάει» τελείως… Ήταν ένα χρόνο πριν, τέτοιες μέρες.

Ένα καλοκαίρι, λίγα χρόνια πριν, καθώς καθόμασταν στην αυλή, είπες ξαφνικά:» Όταν φύγω και σε ρωτάνε ποιος ήταν ο παππούς σου, να λες ο παππούς με την τραγιάσκα που περνούσε καμια φορά πάνω στο τρακτέρ» . Δεν μου αρέσουν τα μνημόσυνα. Τριήμερα, Εννιάμερα, Σαράντα, Έξι μήνες, Ένας χρόνος! Δεν μου λένε τίποτα. Μνημόσυνο είναι το δάκρυ που κυλά στο μαξιλάρι κάποιες νύχτες που σε θυμάμαι… Μνημόσυνο είναι αυτές οι λέξεις που γράφω για σένα…

Advertisements

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΡΟΤΑΣΗ : ΚΑΡΥΟΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΑΚΗ ΠΑΠΑΝΤΩΝΗ

Καρυότυπος_Βιβλίο

Καιρό τώρα άκουγα για μια ελληνική νουβέλα πραγματική αποκάλυψη, με πρωτότυπο θέμα. Φυσικά, όταν διάβασα με τι καταπιάνεται το βιβλίο, ήταν θέμα χρόνου να γίνω η επόμενη αναγνώστρια. Επειδή, δε θέλω να το αδικήσω σας παραθέτω την παρούσιαση από το οπισθόφυλλό του :

Συνέχεια

Η ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ KASPAR HAUSER!

Κασπάρ_Χάουζερ

Στις 26 Μαΐου του 1828, ένα αγόρι γύρω στα 16, κάπως διαφορετικό, βρέθηκε να περιπλανάται στους δρόμους της Νυρεμβέργης. Κρατούσε ένα γράμμα το οποίο είχε στη θέση του παραλήπτη το όνομα του επικεφαλής του τοπικού ιππικού τάγματος. Ο άγνωστος αποστολέας έγραφε, ότι το αγόρι βρισκόταν υπό την κηδεμονία του από νήπιο, του δίδαξε ανάγνωση και γραφή, αλλά ποτέ δεν τον άφησε να κάνει έστω ένα βήμα από το σπίτι. Το γράμμα ανέφερε, μάλιστα, πως ο νεαρός θέλει να γίνει ιππέας όπως ο πατέρας του και πρότεινε στον επικεφαλής είτε να τον κρατήσει ή να τον…κρεμάσει! Μες το φακέλο υπήρχε κι ένα άλλο γράμμα, που υποτίθεται ότι ήταν γραμμένο από τη μητέρα του αγοριού. Δήλωνε ότι το όνομά του ήταν Kaspar και πως ο πατέρας του, ένας ιππέας, είχε πεθάνει. Ωστόσο, ο γραφικός χαρακτήρας των δύο γραμμάτων ήταν ο ίδιος.

Ο ίλαρχος πήρε την απόφαση να κρατήσει το παιδί. Το νεαρό αγόρι επαναλάμβανε συνεχώς μόνο τις φράσεις : » Θέλω να γίνω καβαλάρης όπως ο πατέρας μου » και » Άλογο! Άλογο! » . Όταν του ζητήθηκε να γράψει το όνομά του, έγραψε : Kaspar Hauser. Δεν απαντούσε παρά μόνο λίγες ερωτήσεις, ενώ το λεξιλόγιό του ήταν πολύ περιορισμένο. Δυσκολευόταν να περπατήσει, τα μάτια του ήταν κόκκινα και ευαίσθητα στο φως του ήλιου, ενώ δεν ήξερε πώς να χρησιμοποιεί τα δάχτυλά του. Έτρωγε μόνο ψωμί και αντιδρούσε βίαια σε διάφορα αισθητικά ερεθίσματα. Σε όλους έμοιαζε κυριολεκτικά σαν το παιδί της ζούγκλας! Τελικά, ένας δεσμοφύλακας ονόματι Andreas Hiltel αποφάσισε να αναλάβει τη φροντίδα του.

Όταν ο Kaspar άρχισε να εγκλιματίζεται στο νέο περιβάλλον, σε ερωτήσεις σχετικά με το παραλθόν του υποστήριζε ότι από τότε που θυμόταν τον εαυτό του ζούσε σε ένα μικρό και σκοτεινό δωμάτιο, με ένα αχυρένιο κρεβάτι και κάποια ξύλινα παιχνίδια. Κάθε πρωί έβρισκε νερό και ψωμί δίπλα από το κρεβάτι του. Κάποιες φορές, το νερό έμοιαζε πιο πικρό και αφού το έπινε κοιμόταν βαθιά. Όταν ξυπνούσε, τα μαλλιά και τα νύχια του ήταν κομμένα. Μάλιστα, ισχυριζόταν ότι ο πρώτος άνθρωπος που ήρθε ποτέ σε επαφή ήταν ένας μυστηριώδης άνδρας, που τον επισκεπτόταν λίγο καιρό πριν αφεθεί ελεύθερος. Ο άνδρας αυτός είχε πάντα κρυμμένο το πρόσωπό του, του δίδαξε να γράφει το όνομά του και να λέει τη φράση: » Θέλω να γίνω καβαλάρης σαν τον πατέρα μου » , ωστόσο ο ίδιος δεν καταλάβαινε τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις. Αφότου έμαθε να στέκεται και να περπατά, τον μετέφεραν στη Νυρεμβέργη. Η αφήγηση, αυτή κατέστησε το Hauser αντικείμενο διεθνούς ενδιαφέροντος. Άρχισαν να εξαπλώνονται φήμες ότι ήταν ευγενικής καταγωγής ή ότι επρόκειτο για κάποιο σφετεριστή.

Κασπάρ_Χάουζερ

Τελικά, ο Hauser τέθηκε υπό τη φροντίδα του δασκάλου Friedrich Daumer. Το αγόρι πραγματικά «άνθισε» με τη βοήθεια της σπλαχνικής κηδεμονίας του Daumer. Αυτός που μέχρι πρότινος δεν μπορούσε καλά-καλά να σταθεί στα πόδια του, έμαθε να μιλά πολύ καλά Γερμανικά, να γράφει, να διαβάζει ακόμα και να παίζει σκάκι.  Ο Daumer, μάλιστα, ήταν αυτός που ανακάλυψε το ταλέντο του στη ζωγραφική

Ωστόσο,  το τέλος του Hauser δεν ήταν ευτυχές.  Στις 27 Δεκεμβρίου του 1833 βρέθηκε σε ένα πάρκο με μια βαθιά πληγή στο στήθος. Λίγο καιρό πριν είχε ξαναγίνει απόπειρα δολοφονίας του. Βέβαια, σήμερα οι απόψεις διίστανται για τον αν επρόκειτο για δολοφονία ή αυτοτραυματισμό. Στο πάρκο που βρέθηκε νεκρός υπάρχει ένα μνημείο που αναγράφεται στα Λατινικά : » Ενθάδε κείται ο Κασπάρ Χάουζερ, ένα αίνιγμα της εποχής του. Η γέννησή του ήταν άγνωστη, ο θάνατός του ένα μυστήριο. «

image

Η επικρατέστερη θεωρία για την καταγωγή του Hauser είναι ότι ήταν διάδοχος του θρόνου της πόλης Baden, στην Ελβετία. Μητέρα του ήταν η Stéphanie de Beauharnais, υιοθετημένη κόρη του Ναπολέοντα. Επειδή ο μικρός αποτελούσε εμπόδιο στο να αναλάβει το θρόνο ο ετεροθαλής αδελφός του βασιλιά ( θα τον διαδεχόταν στο θρόνο σε περίπτωση που δεν είχε αρσενικό απόγονο ) η μητέρα του πρώτου αποφάσισε να απαγάγει το αγόρι λίγο μετά τη γέννηση του και στην θέση του να αντικαταστήσει ένα νεκρό μωρό. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το αγόρι αφέθηκε ελεύθερο. Φοβούμενοι, όμως, ότι μπορεί να αποκαλύπτοταν η καταγωγή του λόγω της έκτασης που είχε πάρει το θέμα, αποφάσισαν να τον βγάλουν μια και καλή από τη μέση! Δυστυχώς, ο οίκος της Baden δεν επιτρέπει να διενεργηθεί καμία ιατρική εξέταση όπως test DNA ανάμεσα σε δείγματα από τρίχες που βρέθηκαν στα ρούχα του Hauser, σε απόγονους της οικογένειας και του μωρού που θάφτηκε και θεωρείτο ο «νεκρός πρίγκιπας» , για να εξακριβωθεί ποια είναι η αλήθεια. Συνεπώς, το όνομα του Kaspar Hauser θα είναι για πάντα συνδεμένο με μία από τις πιο αλλόκοτες και μυστηριώδεις ιστορίες.

Baden

image

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ιατρική ο όρος «Σύνδρομο Kaspar Hauser» έχει συνδυαστεί με μια κατάσταση μη αναστρέψιμης υποπλασίας ( νανισμού ) που οφείλεται κυρίως σε κακοποίηση, παραμέληση και στέρηση αισθητικών ερεθισμάτων, προκαλώντας καθυστερημένη σωματική, διανοητική και κοινωνική ανάπτυξη.

Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Λευκό_άλογο

Είναι κάποια τραγούδια που σε αγγίζουν ιδιαίτερα. Καταφέρνουν και ερεθίζουν αυτή την ευαίσθητη χορδή που όλοι κρύβουμε μέσα μας, συγκινώντας μας. Άλλες φορές είναι η μελωδία που μπορεί να σε κεντρίσει, άλλες ο στίχος, άλλες η ερμηνεία, πολλές φορές όλα μαζί. Έχω παρατηρήσει μάλιστα ότι κάποιο τραγούδι σημαίνει πιο πολλά όταν βιώνω μια ειδική κατάσταση στη ζωή μου. Για παράδειγμα, ενώ μπορεί σε κάποια άλλη φάση να περάσει αδιάφορο, έρχεται μια δεδομένη στιγμή και κουμπώνει σαν κλειδί στην κλειδαριά. Και τότε με στοιχειώνει για μέρες… Ένα τέτοιο τραγούδι είναι και η «Ουρά του Αλόγου». Ντρέπομαι που θα το πω, αλλά το έμαθα μόλις προχθές. Μουσική και στίχους έχει γράψει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, όμως πιο γνωστό έχει γίνει από την ερμηνεία του Γιάννη Χαρούλη, του οποίου δεν είμαι και fan οφείλω να παραδεχθώ.

Σας παραθέτω τους στίχους:

Ο καβαλάρης τ’ άλογο το `χε μες στην καρδιά του.
Που να `βρει φίλο πιο καλό να λέει τα μυστικά του.
Το τάιζε αγριοκρίθαρο, τετράφυλλο τριφύλλι,
στολίδια είχε στη σέλα του με λαμπερό κοχύλι.
Ήταν λευκό, ήταν κάτασπρο, ήταν γοργό και ξύπνιο,
κάλπαζε στα γυμνά βουνά και ξέφευγε απ’ τον ίσκιο.
Μα ένα παλιομεσήμερο, σε μια συκιά από κάτω,
αστρίτης στραβογάμησε και δίνει δαγκωσιά του.
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά μα πέρασαν αιώνες
ο καβαλάρης το θρηνεί, χαϊδεύει τους λαγώνες.
«Σύντροφε που ξανοίγεσαι, που χάνεσαι και φεύγεις;
Ας δώσουμε όρκο, με καιρούς να σ’ εύρω ή να μ’ εύρεις».
Σκυφτός γυρνάει στο σπίτι του, σκυφτός την πόρτα ανοίγει,
καρφώνει τα παράθυρα και στο πιοτό το ρίχνει.
Το άλογο στο μεταξύ τα όρνια το τυλίξαν
το σκελετό και την ουρά μονάχα που τ’ αφήσαν.
Περνούσε κι ένας μάστορας που `μαθε στην Κρεμόνα
να φτιάχνει βιόλες και βιολιά που να κρατάνε χρόνια.
Είδε την τρίχα της ουράς άσπρη και μεταξένια,
την πήρε κι έφτιαξε μ’ αυτή δοξάρια ένα κι ένα.
Δυο μήνες έκανε ο νιος ν’ ανοίξει παραθύρι
την Τρίτη την πρωτομηνιά βγαίνει στο πανηγύρι.
Εκεί `ταν λαουτιέρηδες που θέλαν’ παρακάλια
ήτανε κι ένας βιολιτζής που έπαιρνε κεφάλια.
«Γεια και χαρά στου βιολιτζή. Χρήμα πολύ θα δώσω.
Θέλω ν’ ακούσω απ’ τα καλά, μήπως και ξαλαφρώσω».
Δέκα φορές το πέρασε ρετσίνι το δοξάρι,
ταιριάζει στο σαγόνι του, τ’ όργανο με καμάρι,
και σαν αρχίζει δοξαριές, μια πάνω και μια κάτω,
τον κόσμο φέρνει ανάποδα, τη γη μέσα στο πιάτο.
Πετάει με χούφτες τα λεφτά, ο άντρας και χορεύει
ακούγεται χλιμίντρισμα και το μυαλό του φεύγει.

Πώς να μην ανατριχιάσεις με το τελευταίο δίστιχο!

ΑΥΣΤΗΡΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΟ-ΦΑΓΟΥΣ !

Cupcakes

Λατρεύεις τα βιβλία; Αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής σου; Χαχα! Εδώ σε έχω! Παρακάτω θα βρεις τα καλύτερα cakes – τούρτες που πέτυχα στο internet με θέμα, τι άλλο;Τα βιβλία. Τούρτες γενεθλίων ακόμα και γάμου θα παρελάσουν μπροστά σας. Απολαύστε υπεύθυνα! Πάντως, προσωπικά θα λυπόμουν να τα αγγίξω…

 

Βιβλία

Βιβλία

Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων

Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων

Κι άλλα μια φορά βιβλία

Κι άλλη μια φορά βιβλία

Και μια τρίτη

Τούρτα-Jane Austen

Τούρτα-Jane Austen

 

Διαβάζοντας στο κρεβάτι

 Διαβάζοντας  στο κρεβάτι

Βοοκ cupcakes

   Book cupcakes

Book Lovers

Book Lovers

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΖΟΜΠΙ ΔΙΨΟΥΝ ΓΙΑ ΒΙΑ!

image

Έχω σταματήσει να παρακολουθώ τηλεόραση αρκετό καιρό τώρα. Την προηγούμενη Τετάρτη όμως, με αφορμή το πολυαναμένομενο comeback της 10ης εντολής έκανα μια εξαίρεση.
Δε θα αναφερθώ στο περιέχομενο του επεισοδίου που καταπιάστηκε με ένα θέμα που πονά, αυτό του δουλεμπορίου γυναικών (trafficking). Εκείνο που μου έκανε εντύπωση και μάλιστα αρνητική είναι το πόσο σκληρό ήταν. Βία που σε κάποια σημεία δεν εξυπηρετούσε σε καμια περίπτωση την πλοκή. Το θέμα ήταν ήδη πολύ σκληρό από μόνο του και ένας διάλογος μπορεί να σε αφυπνίσει πολύ περισσότερο από γυαλιά που χώνονται σε λαρύγγια και «αίματα» που ρέουν σαν πορφυρά ποτάμια. Άρα, ο μόνος λόγος ήταν για να σοκάρει-ικανοποιήσει τον τηλεθεατή, που διψά για αίμα. Η σειρά πριν 10 χρόνια που έπαιζε ήταν εξίσου σοκαριστική, τώρα όμως η ωμότητα της πολλαπλάσιαστηκε επι 10. Ίσως γιατί μέσα σε 10 χρόνια ο τηλεθεατής και κατ’ επέκτασιν ο άνθρωπος έχει γίνει ακόμα πιο αιμοβόρος. Έχουμε έρθει αντιμέτωποι με τόση βία που έχουμε απευαισθητοποιηθεί. Έτσι, ελάχιστα πράγματα έχουν μείνει πια για να μας κεντρίσουν το ενδιαφέρον.

Δεν μου αρέσουν οι ηθικοπλαστικοί λόγοι και θεωρώ ότι μέχρι τώρα στη ζωή μου σε ελάχιστα υπήρξα πουριτανή. Όμως το «βία για τη βία» αρνούμαι να το δεχθώ! Αρνούμαι ότι αυτό που παρακολούθησα ήταν λυτρωτικό. Ο τρόπος του δεν με άφησε σε καμία περίπτωση να βιώσω τη λεγόμενη «κάθαρση». Ζητώ πολλά; Ίσως… Άλλα, όταν προσπαθείς να προσφέρεις το οτιδήποτε «καλλιτεχνικό», οφείλεις να σεβαστείς και αυτούς που δεν διψούν απλά για βία, αίμα και σπέρμα.

Με αφορμή τα παραπάνω στα πλαίσια ενός ευρύτερου προβληματισμού, αναλογίστηκα, η κοινωνία ως σπασμένος καθρέφτης ανθρώπινων σχέσεων σίγουρα αυτή τη στιγμή περνά τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση. Έχουμε ποτισθεί με βία! Μια ματιά στην τηλέοραση και είναι αρκετή: » δολοφόνος ήταν ο σύζυγος» , «την πυροβόλησε ο ίδιος της ο γιος», «έριξε δηλητήριο στον καφέ του και τον αποχαιρέτησε με ένα φιλί». Ναι! Η τραγωδία μας συναρπάζει οποιαδήποτε γεύση και να ‘χει. Ηδονοβλεπτικά παρακολουθούμε ανθρώπους να πεθαίνουν από απόσταση. Γιατί; Γιατί είμαστε εθισμένοι. Όταν περνάς δύσκολα, σε ικανοποιεί να ξέρεις ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει κάποιος που περνά πολύ πιο δύσκολα από σένα. Είναι η θηριώδης φύση μας που χτυπά αυτό το κουδουνάκι. Είναι ένα κτηνώδες ένστικτο: Ζω ενώ όλος ο κόσμος πεθαίνει. Καλύτερα εσύ παρά εγώ.

Η βία, η γοητεία της και η διαλεκτική της δεν έχουν καμία θέση αν εμείς δε συμβάλλουμε στην κλιμάκωση της. Όσο αφήνουμε το θηρίο να υπερέχει έναντι του ανθρώπου, θα παραμένουμε ζόμπι που διψούν για λίγη βία ακόμη…